Τετάρτη, 2 Μαΐου 2018

Νατάσσα και Γιάννης, Γιάννης και Νατάσσα...

Ο Γιάννης Γουλές γράφει. Ενώ γράφει, φιλοξενεί ένα κείμενο της Νατάσσας Βλουτόγλου. Δηλαδή;

Και εκεί που γράφεις ή δουλεύεις σπίτι. Μιας και δε διάλεξες να υπηρετείς κάποια εταιρεία ή πολυεθνική. Μακριά από εμάς. Εκεί που επιλέγεις να γίνεις θεατρικός συγγραφέας και παραγωγός. Άθελα σου. Τρομάρα σου. Μια ζωή την έχουμε… Τότε ή πότε-πότε, καμιά φόρα... όχι πάντα... μπλοκάρεις. Όταν μπλοκάρεις, όταν κολλάει το νιονιό... βγαίνεις για μια βόλτα. Το λέει και η επιστήμη, το περπάτημα βοηθάει. Ποδάρατο λοιπόν. Για που το 'βάλες;  

Υπάρχει μια περιοχή ή υποπεριοχή. Η αγαπημένη μου υποπεριοχή στην Αθήνα. Που; Στο Ψυχικό. Φάρος Ψυχικού λέγεται. Ο Φάρος είναι πραγματικός φάρος. Γιατί; Εκπέμπει φως, έχει ενέργεια, ροή, καταστήματα, ίσως και αλήθεια, αν ψάξεις. Δεν αναφέρομαι στις Louis Vuitton, στη ματαιοδοξία, στα ψώνια ΒΠ με τις χρεωμένες κάρτες, στους νεόπλουτους, στα prada, στους ψευτοανώτερους που δε μένουν στα Δυτικά προάστεια αλλά Βόρεια, τρομάρα να 'μας έρθει. Δεύτερη τρομάρα, την ανέφερα και άνωθεν.  

Αν αφήσεις τις τρομάρες, υπάρχει κι η άλλη πλευρά. Αρκεί να ψάξεις. Έτσι βρήκα το αγαπημένο μου βιβλιοπωλείο, ανάμεσα στα  καταστημάτα «Carpo» και «Βενέτη». Φυσικά, το καλύτερο βιβλιοπωλείο... οφείλεται στην καλύτερη οικοδέσποινα, την κα. Ελένη Νικολέλη. Μια νεράιδα. Αντί για φτερά, έχει χαμόγελο. Ένα μαγαζί - αγκαλιά. «Χαρτόπολις» ονομάζεται. Η Ελένη κάνει αυτό που αγαπά από το 1992. Υπηρετεί - δόμησε ένα συγγραφικό μελίσσι, όπου πληθώρα συγγραφέων και αναγνωστών... μαζεύονται, γνωρίζονται, συζητούν. Δε γίνεται να περάσεις από το Φάρο... και να μη χαιρετήσεις την Ελένη. Δε γίνεται να προτιμήσεις ένα ανέραστο πολυεθνικό βιβλιοπωλείο και όχι την Ελένη. Δε γίνεται να προτιμήσεις ένα ηλεκτρονικό μαγαζί αντί για την ανθρώπινη επαφή. Δεν το έχω κάνει ποτέ. Όσο επιλέγουμε μικρά τοπικά καταστήματα, η Δημοκρατία ανθίζει. Αλλά δε θα σταθώ εκεί. Εκεί λοιπόν, στο βιβλιοπωλείο της Ελένης ενώ έτρωγα τη μακαρονάδα μου, εκτός από το έξτρα τυρί... είχα την τύχη να συναντήσω μια ψυχολόγο, τη Νατάσσα Βλουτόγλου... που τελικά συμπάθησα. 

Λέω τελικά... διότι την ώρα που έτρωγα, ορμάει… με την ευγενική ορμή που έχει ο νέος δημιουργός, ο νέος ποιητής. Ορμά, με αυτό το ευγενικό θράσος που κατάπιαν τα κοινωνικά δίχτυα.  

Η Νατάσσα μου μίλησε δίχως να με γνωρίζει. Μας σύστησε η Ελένη, η ιδιοκτηρία του βιλιοπωλείου. Η Νατάσσα γλυκιά και κοινωνική. Ήθελε να μου διαβάσει ένα κείμενο της. Της είπα ναι… Στην αρχή, ενώ διάβαζε… την κοίταγα περίεργα. Από τη μία, εγώ ο τρελός... έτρωγα μακαρονάδα... μέσα σε ένα βιβλιοπώλειο απαθής μπροστά στους πελάτες... από την άλλη η Νατάσσα, απήγγειλε το κείμενο της... απτόητη. Όχι μόνο δεν μου έκατσε η μακαρονάδα στο λαιμό αλλά γοητεύτηκα. Τόσο που έφαγα τη μακαρονάδα, χωρίς έξτρα τυρί. Από τη μια γλίτωσα τις θερμίδες, από την άλλη γοητεύτηκα. Όχι μόνο από τη γραφή αλλά από τη χροιά της φωνής… και τα όμορφα πράσινα μάτια της. 

Τελικά παντού υπάρχει έρωτας. Δεν αναφέρομαι στον έρωτα των δύο φύλων αλλά στον έρωτα του δημιουργού. Στο συγγραφέα. Διάβασε με χαρά, ενθουσιασμό μικρού παιδιού... αλλά και σοφία. 

Η κα. Νατάσσα Βλουτόγλου, μου επέτρεψε να αναδημοσιεύσω το πεζο-ποίημα της, όπως το χαρακτήρισε η ίδια. Και εγώ το μοιράζομαι μαζί σας. Ακόμα και αν δεν σας ξέρω, αν δεν σας γνωρίζω προσωπικά. 

Αν δεν κάνω λάθος, καλλιτέχνης σημαίνει μοιράζομαι. Ακόμα και ο πιο εγωπαθής, νάρκισσος καλλιτέχνης έχει γεννηθεί για να μοιράζεται. Αυτή η εσωτερική φλόγα, η εσωτερική κραυγή... που γίνεται λέξεις. Ιδού το κείμενο της Νατάσας Βλουτόγλου, θα χαρώ να ακούσω και τα σχόλια σας. Προσωπικά το βρήκα, τρυφερό...

«…Σε τούτη την πρωτομαγιά τι λες ότι ταιριάζει;» 

Δεν με κοιτάς…σκύβεις και πιάνεις ένα μεγάλο βότσαλο η παλάμη σου το αγκαλιάζει. Μου τείνεις το χέρι: 

«Ιδού, ένα λευκό βότσαλο…», μου λες «…ζωγράφισε!».

Το πιάνω και το κοιτώ. Γέρνω το κεφάλι πίσω , υψώνω το βλέμμα στον ζεστό ήλιο κλείνω τα μάτια. Τεντώνω τα χέρια και τα ανοίγω σαν να θέλω να πετάξω. Τώρα με παρατηρείς. Το ξέρω. Το ορκίζομαι. 

« Λοιπόν, ένα καραβάκι στη θάλασσα ..κόκκινες και γαλάζιες κυματιστές γραμμές…αριστερά, σε μικρογραφία ,μια κίτρινη άγκυρα..οχι,όχι!,μπλέ, βαθύ μπλε…Είναι αγκυροβολημένο…».
«..έχει φτάσει στον προορισμό του, ναι ;» Μου πιάνεις το χέρι. Παιχνιδιάρικα ακροδάχτυλα βρίσκουν τον δρόμο τους ανάμεσα στα δικά μου.
« Ναι…εμείς πια είμαστε αλλού…»
«Για πες…»
« Ας πούμε στο νησί, μπροστά στους ανεμόμυλους, πάνω στα χαλίκια, στη ξερή γης, έχει στηθεί ένα λευκό τραπεζάκι με δυο αντικριστές καρέκλες σκηνοθέτη. Το πανί τους, λευκό κι αυτό. Εσύ κάθεσαι από την μεριά της θάλασσας εγώ απ΄ τη μεριά της χώρας… τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας…».
«…τσίπουρα ,να υποθέσω…»

Γελάμε…μέχρι δακρύων…τρανταζόμαστε από τα γέλια…
«Δεν θα σε αφήσω να μου το χαλάσεις…», ξέπνοη ακούγεται η φωνή μου.
Με προλαβαίνεις τραγουδώντας…
«Άνοιξε το παράθυρο να μπει, δροσιά να μπει του Μάη… Εμείς γι’ αλλού κινήσαμε γι’αλλού… κ’ αλλού η ζωή μας πάει…»
«Δεν έχει παράθυρα στο σκηνικό…»,σου λέω , 
«αλλά…ας είναι!»

…Προχωράμε…   



ΥΓ. Το τραγούδι το επέλεξε η Νατάσσα. Με το τραγούδι αυτό, έχω κλάψει. Έπαιζε στην τελευταία σκηνή της ταινίας «Ένας νομοταγής πολίτης» με πρωταγωνιστή τον αείμνηστο Σωτήρη Μουστάκα σε σενάριο του αγαπημένου μου φίλου... που μου λείπει τόσο πολύ... αλλά με κοιτάει από ψηλά... Κώστα Μουρσελά. Κώστα, όλα καλά;

Δεν υπάρχουν σχόλια: