Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Και τώρα, τι;

Το κείμενο έγραψε ο Γιάννης Γουλές

Αυτό που ζούμε, εμείς το δημιουργήσαμε. Η πραγματικότητα. Ούτε εφιάλτης, ούτε όνειρο. Πραγματικότητα, iban, ebanking, ζωή-pin, με ή χωρίς.

Αναφέρομαι στη νέα γενιά. Επιτρέψτε μου να εκφράσω τις σκέψεις μου, επιτρέψτε μου να μας αμφισβητήσω. Όχι τους πολιτικούς, αλλά αυτούς που τους επιλέγουν, εμάς. Πολιτικοί ίσον καθρέπτης. Όχι;

Αλήθεια που πήγαν οι Δον Κιχώτες, οι ονειροπόλοι; Αυτοί με τα αγνά κίνητρα; Αυτοί που αγαπούν απλόχερα; Αυτοί που δεν υπηρετούν εταιρικούς στόχους και νούμερα; Αυτοί που δε γίνονται νούμερα-excel;  

Τις πταίει; Εμείς η νέα γενιά. Με ένα κινητό στο χέρι, ακόμα και όταν οδηγούμε. Με τις άκαρδες καρδούλες και τα like. Με το όραμα του αφεντικού. Που δε γεννάμε ιδέες. Που αντί να γεννάμε... ακολουθούμε. Που δε δίνουμε τη ψυχή μας στο όνειρο αλλά στο μισθό και τα ένσημα. Υπάλληλος - υπό των άλλων. Και η ζωή περνάει, μαγικά. Και τι θες να κάνω, να χάσω τι δουλειά μου; Τρελάθηκες; 

Κάναμε τα βλέμματα... email, τις πωλήσεις, στόχους... το κέρδος, αυτοσκοπό. Και τώρα, τι; Διάλειμμα για τσιγαρό. Αύριο πάλι. Τυχερός που έχεις δουλειά. Δύσκολες εποχές. Δύσκολα τα πράγματα, οι σχέσεις. Και ποιός θα πληρώσει τον ΕΝΦΙΑ; Ποιός θα σε πάρει για δουλειά; Περισσότερα θα σου δώσει, λιγότερα, παροχές; Έτσι παίζεται το παιχνίδι. Νικητές ή ηττημένοι; Ηττημένοι ή νικητές; 

Κρίση ή παρακμή; Παρακμή ή πνευματική πενία; Καθορίζουν τη ζωή ευρω-παίοι επίτροποι, ανέραστοι οικονομολόγοι, σοϊμπλέδες. Από τη μια αυτοί... από την άλλη, η ελληνική οικογενειοκρατία σε κάθε φάσμα της ζωής. Μανάδες με αυτιστικά παιδιά. Μανάδες που πήραν μια δουλειά γλείφοντας. Παιδιά με πνευματικές μαγκούρες. Μια χώρα που δεν πατάει στα ποδιά της, νέα γενιά με μπιμπερό ΕΚΤ, ΔΝΤ, ΣΚΑΤΟΥ. 

Κανένα πρωτογενές πλεόνασμα δε μπορεί να κρύψει τον ατομικισμό, την έλλειψη ενσυναίσθησης και επικοινωνίας. Πολυκατοικίες άψυχες. Αγέλαστα μπετά. Γειτονιά  υπάρχει; Παιδιά να παίζουν, άνθρωποι... να ανταλλάζουν πυκνές καλημέρες, αλάτια, ζάχαρες, γλυκά; Ο καθένας μόνος του. Σαν αράχνες... βρίσκει ο καθένας τη γωνιά του και πλέκει. Δε περιμένει μύγες. Αδιαφορεί. No news, good news. Πιο καλή η μοναξιά. Υπάρχει και το Δημόσιο. Υπάρχει ασφάλεια. Υπάρχουν συναγερμοί. Υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις, άνθρωποι κοινωνικοί-αυθεντικοί που δε φοβούνται. Ευτυχώς. Το σκοτάδι έχει ένα καλό. Δεν κάταπίνει μόνο αλλά προσφέρει. Τι; Χώρο στο φως. Στο φως που επιμένει. Στη φλόγα που ξέρει που πάει και γιατί. Που δε φοβάται να κάψει και να καεί. Τα παραδείγματα πολλά, ευτυχώς. Η αυθεντικότητα υπάρχει, αναπνέει. 

Κι απο την άλλη. Άχρωμες παρέες, ενωμένες μοναξιές, πολύχρωμα rayban, άφθονο αλκόολ, τσιγάρα, δυνατά γέλια, πιο δυνατά, πιο δυνατά, η ευλογία της μοναξιάς. Να καταφέρω να μην αισθάνομαι καθόλου μόνος. Το κινητό χτυπά. Όχι η καρδιά, όχι η αλήθεια, το κινητό. Δονούμαι... όλος! Αχ, να παντρευτώ με τα λεφτά του μπαμπά. Ο Χριστός σταυρώθηκε, και 'συ ανοίγεις μπουκάλια. Παρέα με τα μπουκάλια και οι φελλοί. Απεταξάμην... 

Και η αγάπη, κάθεται στο παγκάκι της, καπνίζει. Ρυτιδιασμένη. Μονάχη. Μίλα καλέ...

Μιλάμε για αγάπη... ξεθυμασμένη. Μπορούμε να συνδέσουμε την αγάπη με τη θυσία, τον πόνο, τη χαρά, την ωριμότητα, την εργατικότητα, το όραμα, τη συνέπεια; Αν όχι, τότε για ποια αγάπη μιλάμε; Τι είναι αγάπη; Γνωρίζω το «3ο νόμο  του Νεύτωνα» αλλά ... αγάπη, ε; 

Τι σημαίνει, «κάνω αυτό που αγαπάω»; Τι σημαίνει «αγαπάω»;  Και αν δεν με αγαπώ, πως θα αγαπήσω; Γεμίσαμε μεταπτυχιακά, υποτροφίες, ψυχολόγους... και αποτύχαμε ως άνθρωποι, ως κοινωνία, ως σύνολο. Άδειες ψυχές, πανάκριβες τσάντες, καλοφτιαγμένα κορμιά, αδιάβροχες θήκες, ρόλεξ. 

Δεν ενεργούμε με αγάπη. Δουλεύουμε για το μισθό. Με το ένα πόδι αναζητούμε καλύτερη δουλειά, με το άλλο... μένουμε... από φόβο. Δικαιολογημένο φόβο. Αδικαιολόγητο φόβο. Φοβόμαστε να τολμήσουμε. Φοβόμαστε το φόβο. Από την άλλη, στο φόντο... οι πολιτικοί... ο καθρέπτης, οι επιλογές μας, εμείς. 

Οι πολιτικοί, η πολιτική, παντού... στον τρόπο που επικοινωνούμε, που κάνουμε έρωτα, που βήχουμε. Δεν θα τους κρίνω, γιατί όταν τους κοιτάω βλέπω εμένα. Βλέπω τα μαγαζιά με τους καπνίζοντες, που καπνίζουν επειδή γουστάρουν, επειδή μπορούν. Ντρέπομαι, όχι για εμένα αλλά και για τις επόμενες γενιές. Τις νέες γενιές. Τα αγέννητα, τους απόγονους. Κάποιοι έρχονται με όνειρα... τεμαχισμένα. Τεχασιμένα από εμάς και την απάθεια μας. Και τι θες να κάνω άνθρωπέ μου; Έλα ντε...

Αυτούς που τώρα είναι με το μπιμπερό, με το ζεστό γαλατάκι... που κάποια μέρα θα έχουν όραμα. Αυτούς που θα πάρουν πρωτοβουλίες και εμείς... αντί να τους ωθούμε να τις υλοποιήσουν... θα τους κόβουμε τα φτερά και θα τους δείχνουμε το εξωτερικό ως ιδανική επιλογή. 

Αυτά τα παιδιά - γεννημένα ή αγέννητα - που θα έχουν αρχές, αξίες και δε θα καπνίζουν σε εσωτερικούς χώρους... όχι γιατί το λέει ο νόμος αλλά γιατί έχουν επίπεδο. Αυτά τα παιδιά που θα λάμπουν ως φωτεινές εξαιρέσεις. Αυτά τα παιδιά, θα με κοιτάνε τότε... ως γέρο-ετοιθάνατο... για τον κόσμο που παρέδωσα. Θα με κοιτάνε και θα με ρωτούν... «Και τώρα, τι;»

Δεν υπάρχουν σχόλια: