Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Ώρα... μηδέν;

Σύγχρονη εποχή. Ούτε σύγχρονη, ούτε εποχή. Τουλάχιστον σύγχρονη. Ούτε σύγχρονη, γιατί; Τοσα κινητά, application, selfies, instagrams, μεταπτυχιακά, συνεντεύξεις, interviews, προσόντα, meetings.Tόσα φόντα… έχει το παιδί. Το παιδί… τo παιδί παίζει και πιάνο! 45 χρονών, παιδί.. «Και στα 95, για τη μαμά θα είσαι πάντα παιδί, στοιχειωμένης θαλπωρής». Πού είναι οι pampers; «Υπερβολές, η μαμά… που σε αγαπάει!» Αν δεν σε αγαπάει η μαμά, τότε… ποιός;"

Και η ζωή κυλάει.

Λίγο δουλειά, λίγη σχέση… και το «super market» μου. Άγχος, ταχύτητα, πανικός, μη με απολύσουν, μη βρω δουλειά, μη δε βρω, μη δε με βρουν. Και τα βιογραφικά, στα συρτάρια των αφεντικών σα γλώσσες λαχανιασμένων σκύλων, αναμένουν μπουκίτσα. Και εγώ τρέχω. Να τα προλάβω όλα. Τη σχέση, τη δουλεία, το super… τους φίλους. Όλα, όλα, όλα. Ποια όλα; Και εγώ που είμαι; Μάλλον σε δίαιτα. Τρέχουμε. Προς τα που; Θέλω να επαναστήσω αλλά δεν μπορώ, δεν προλαβαίνω. Πού να προλάβω, με τόσους γάμους… αυτό το καλοκαίρι. Και μετά διακοπές, πάει η επανάσταση, του χρόνου…

Άλλο κι αυτό. Να μην υπάρχει γάμος, βάπτιση, γέννηση, μπάτσελορ που να μην έχει ανέβει σε κοινωνικό δίκτυο. Όλοι καλεσμένοι μέσω οθόνης; Τόσος ενθουσιασμός, τόση αγένεια, τόσα likeTόση προβολή; Tέτοια προβολή; Γιατί; Η τεχνολογία το επιτρέπει, το μυαλό μας;
Μόδα…

Κι όμως κάτι λείπει. Κλειστό το καπάκι, το ανθρακικ άφαντο. Κάτι λείπει, πεινάω. Να βάλω τη ζωή σε τάπερ, να την πάρω αύριο φεύγοντας.

Τις πταίει; Ο καπιταλισμός; Όλα για το χρήμα; Γάμοι. Εκκλησίες τύπου ΙΚΕΑ με εικονίσματα jpeg και καλεσμένοι, πολλοί καλεσμένοι, 10, 200, 1000... «για το pr ρε γαμώτο». Οι μαϊντανοί, εκτός σαλάτας... κρατάνε το γαμπρό στα χεριά τους, ζητοκραυγάζουν, χορεύουν, πίνουν σαμπάνια, «ουαου». Σήκω και εσύ να χορέψεις, πρέπει να χορέψεις, να δείξεις χαρούμενος, πιες, πιες, πιες… Φλώροι όσοι δεν πίνουν. Έτσι γιορτάζουμε οι νέοι. Κουστούμι gucci, μυαλό κουgucci.

Το... νόημα; Τι ψάχνεις...; Μα υπάρχει, αλήθεια!

Ίσως... η αγάπη για τη φανέλα, ίσως... ένα όραμα, δικό σου. Ολόδικο σου, να φωτίσει, εσένα, τη ζωή σου αλλά και τον αποδέκτη. Το όραμα έχει πάντα αποδέκτη, γίνεται από ιδέα, ύλη, προϊόν, προϊόν γιατί το προσφέρεις και το κέρδος, δεν είναι αυτοσκοπός, προκύπτει. 

Και ξαφνικά φιλοσοφίες τέλος. Πρέπει να ξυπνήσεις για δουλειά. Πρέπει. Για να ζήσεις. Ό,τι πει το αφεντικό, το υποαφεντικό του αφεντικού, ο manager. Yes, yesman, αρμοδιότητες, τα πάντα, και μετά… επιβραβεύσεις, χαρά, ωράρια, εννιά με πέντε, οχτώ με τέσσερις, τέσσερις με οκτώ, οκτώ με οκτώ… τρείς οχτώ εικοσιμία… συνεργασίες, συνεργάτες, meeting, προσφορές, όλα λαμπρά, όλα ωραία. Και τι κάνεις, πώς να ζήσεις; Πρέπει να ζήσεις. Εκτίμηση, συνεργατική αλληλεγγύη, συνάδελφοι, συναδελφικότητα. Είμαστε οι επιλογές , οι ανάγκες μας. Και οι ανάγκες μεγαλώνουν. Τι ωραία, χάρμα. Και ναι, η διπλανή εταιρεία με θέλει, μου προτείνει...  παραπάνω μπιμπικίνια, bonus, κινητό, ασφάλιση, air condition, πλυντήριο, μαλακτικό. Ναι! Και τελικά η εταιρεία, φοβάται τη διπλανή εταιρεία που σε θέλει, σε ποθεί, Φοβάται ότι σε χάνει. Και για να μη σε χάσει… απροειδοποίητη αύξηση. Ωχ! Έτσι παίζεται το παιχνίδι. Αυτό που παίζαμε παιδιά, καλέ…

Εταιρικό κινητό, ταμπλετ, ντεμπόν, παναντόλ, ταμπόν, έξοδα μεταφοράς, επιβίωσης και η κηδεία στα έξοδα της εταιρείας.

Επιβίωση. Ζωή;
Κρέοντας. Αντιγόνη;

Όλα για το κέρδος... Ποιό κέρδος; 
Ο Δον Κιχώτης… ζει, πέθανε ή ψάχνει WiFi ;
Αμήν.


Ώρα... μηδέν;

Σύγχρονη εποχή. Ούτε σύγχρονη, ούτε εποχή. Τουλάχιστον σύγχρονη. Ούτε σύγχρονη, γιατί; Τοσα κινητά, application, selfie, instagram, μεταπτυχιακά, συνεντεύξεις, interviews, προσόντα, meeting.Tόσα φόντα… έχει το παιδί. Το παιδί… τo παιδί παίζει και πιάνο! 45 χρονών, παιδί.. Και στα 95. «Για τη μαμά είσαι πάντα παιδί, στοιχειωμένης θαλπωρής». Πού είναι οι pampers; «Υπερβολές, η μαμά… που σε αγαπάει!» Αν δεν σε αγαπάει η μαμά, τότε… ποιός;

Και η ζωή κυλάει.

Λίγο δουλειά, λίγη σχέση… και το «super market» μου. Άγχος, ταχύτητα, πανικός, μη με απολύσουν, μη βρω δουλειά, μη δε βρω, μη δε με βρουν. Και τα βιογραφικά, στα συρτάρια των αφεντικών σα γλώσσες λαχανιασμένων σκύλων, αναμένουν μπουκίτσα. Και εγώ τρέχω. Να τα προλάβω όλα. Τη σχέση, τη δουλεία, το super… τους φίλους. Όλα, όλoυς, όλα. Ποιά όλα; Και εγώ που είμαι; Μάλλον σε δίαιτα. Τρέχουμε. Προς τα που; Θέλω να επαναστήσω αλλά δεν μπορώ, δεν προλαβαίνω. Πού να προλάβω, με τόσους γάμους…  Και μετά διακοπές, επανάσταση απ' του χρόνου…

Άλλο κι αυτό. Να μην υπάρχει γάμος, βάπτιση, γέννηση, μπάτσελορ που να μην έχει ανέβει σε κοινωνικό δίκτυο. Όλοι καλεσμένοι μέσω οθόνης; Τόσος ενθουσιασμός, τόση αγένεια, τόσα likeTόση προβολή; Tέτοια προβολή; Γιατί; Η τεχνολογία το επιτρέπει, το μυαλό μας;
Μόδα…

Κι όμως, κάτι λείπει. Κλειστό το καπάκι, το ανθρακικό άφαντο. Κάτι λείπει, πεινάω, light. Να βάλω τη ζωή σε τάπερ, να την πάρω αύριο φεύγοντας.

Τις πταίει; Ο καπιταλισμός; Όλα για το χρήμα; Γάμοι. Εκκλησίες τύπου ΙΚΕΑ, εικονίσματα jpeg και καλεσμένοι, πολλοί καλεσμένοι, 10, 200, 1000... «για το pr ρε γαμώτο». Οι μαϊντανοί, εκτός σαλάτας... κρατάνε το γαμπρό στα χέρια τους, ζητοκραυγάζουν, χορεύουν, πίνουν σαμπάνια, «ουαου». Σήκω και εσύ να χορέψεις, πρέπει να χορέψεις, να δείξεις χαρούμενος, πιες, πιες, πιες… Φλώροι όσοι δεν πίνουν. Έτσι γιορτάζουμε οι νέοι. Κουστούμι gucci, μυαλό κουgucci.

Το... νόημα; Τι ψάχνεις...; Μα υπάρχει, αλήθεια!

Ίσως... η αγάπη για τη φανέλα, ίσως... ένα όραμα, δικό σου. Ολόδικο σου, να φωτίσει, εσένα, τη ζωή σου αλλά και τον αποδέκτη. Το όραμα έχει πάντα αποδέκτη, γίνεται από ιδέα, ύλη, προϊόν, προϊόν γιατί το προσφέρεις και το κέρδος, δεν είναι αυτοσκοπός, προκύπτει. 

Και ξαφνικά φιλοσοφίες τέλος. Πρέπει να ξυπνήσεις για δουλειά. Πρέπει. Για να ζήσεις. Ό,τι πει το αφεντικό, το υποαφεντικό του αφεντικού, ο manager. Yes, yesman, αρμοδιότητες, τα πάντα, και μετά… επιβραβεύσεις, χαρά, ωράρια, εννιά με πέντε, οχτώ με τέσσερις, τέσσερις με οκτώ, οκτώ με οκτώ… τρείς οχτώ εικοσιμία… συνεργασίες, συνεργάτες, meeting, προσφορές, όλα λαμπρά, όλα ωραία. Και τι να κάνεις, πώς να ζήσεις; Πρέπει να ζήσεις. Εκτίμηση, συνεργατική αλληλεγγύη, συνάδελφοι, συναδελφικότητα. Είμαστε οι επιλογές , οι ανάγκες μας. Και οι ανάγκες μεγαλώνουν. Τι ωραία, χάρμα. Και ναι, η διπλανή εταιρεία με θέλει, μου προτείνει...  παραπάνω μπιμπικίνια, bonus, κινητό, ασφάλιση, air condition, πλυντήριο, μαλακτικό. Ναι! Και τελικά η εταιρεία, φοβάται τη διπλανή εταιρεία που σε θέλει, σε ποθεί, Φοβάται ότι σε χάνει. Και για να μη σε χάσει… απροειδοποίητη αύξηση. Ωχ! Έτσι παίζεται το παιχνίδι. Αυτό που παίζαμε παιδιά, καλέ…

Εταιρικό κινητό, ταμπλετ, ντεμπόν, παναντόλ, ταμπόν, έξοδα μεταφοράς, επιβίωσης και η κηδεία στα έξοδα της εταιρείας.

Επιβίωση. Ζωή;
Κρέοντας. Αντιγόνη;

Όλα για το κέρδος... Ποιό κέρδος; 
Ο Δον Κιχώτης… ζει, πέθανε ή ψάχνει WiFi ;
Αμήν.


Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Ο παππούς Θανάσης

Μου λείψατε, χαθήκαμε. Για να χαθούμε κάποιος λόγος υπάρχει όπως... για να βρεθούμε.

Μια καλησπέρα πηγαία, δροσιστική, γεμάτη λαχτάρα. Λαχτάρα να τη μοιραστώ. Καλησπέρα, Χριστός Ανέστη, χρόνια πολλά. Πολλά και καλά, γεμάτα ποιότητα, ουσία, μνήμη, όμορφες καλησπέρες και ανθρώπους, σαν το Θανάση, το Θανάση Βέγγο, το Θανάση μας.

ΘΒ Μια μορφή αγιοποιημένη... διαχρονική. Άνθρωπος, σε εποχή απάνθρωπη. Κομμάτι 'μας, το πιο καλό, DNA, πνευματικός συγγενής, παππούς. Ο παππούς Αριστοφάνης στέκει κι ο παππούς Θανάσης έρχεται. Δεν τρέχει, έρχεται, σιωπηλός, γαλήνιος, προσήνης, για ένα χάδι, τρυφερό, απαλό, βελούδινο. «Παππού, κλείνω τα μάτια για να σε δω. Παππού, δεν θέλω να είσαι μόνο δικός μου παππούς, θέλω να είσαι... όλου του κόσμου γιατί είσαι... ο πιο, πιο, πιοοοο... καλός του κόσμου, γελάς;». 


Ψυχή, μοναδικότητα, στίγμα, αυθεντικότητα, σε μια εποχή «δήθεν», «δείχνω», «δεν προλαβαίνω», «χωρίς σήμα», βια-σύνης. Πτωχεύσαμε με ένα 3G στο χέρι. Οθόνες touch, άνθρωποι untouch. Συμβόλαια, συμβάσεις, συμβιβασμοι. Χρόνος;

Γελειότητα ώρα μηδέν. Δουλειές ώρα μηδεν. Μέσον, ώρα μηδέν; Διαπραγματεύσεις. Όσοι επαναστατούν, γραφικοί. Και 'συ ΘΒ, σαν την εποχή. Τρέχεις. Καλπάζεις, κωμικά, προφητικά. Κουβαλάς... κραυγές, αγωνίες, βιώματα, ζορμπάδες, διλήμματα, αστεία, αδιέξοδα, φάρσα, non stop, το ανεξήγητο της ζωής.

Και η τέχνη; Καταφύγιο, πολυτέλεια, ανάγκη; Η επικοινωνία χάθηκε, έρχεται η τέχνη... να ενώσει. Μπας και ενώσει. Αποξενωθήκαμε; Μια όμορφη γυάλα, μικρόκοσμος, φίλοι, κουβέντες, κριτική, απαξίωση, αγωνίες, τσιγάρα, «η δουλίτσα, το σπιτάκι, το παιδάκιμ' και ασε τους άλλους... είναι κακοί». Κακοί vς καλούς, εμάς. Μικρόκοσμος vs Μακρόκοσμος. Ασυνέπεια. Επιτυχία. Πρότυπα. ΘΒ, τρέχεις; Ακόμα; Προς τα που; Τι είσαι τελικά, πολυτέλεια ή αναγκη; 

Χωρισμοί, καταθλίψεις, εξοχικά, βίλες, έλλειψη επικοινωνίας, μιλάω για να ξεχαστώ, να περάσει η ώρα, rolex, νόημα;

Ανθρωποί ή ανθρωπάκια; Επικοινωνία; Αλήθεια; Ουσία; Η τέχνη ενώνει, εμψυχώνει, προβληματίζει. Όταν την πάρεις σοβαρά, όταν σε πάρει κι αυτή. Όταν είναι τέχνη. Όταν ο ΘΒ...

ΘΒ. Ένας άνθρωπος... η Ελλάδα, την κουβαλάει. Ένα κωμικό σαλιγκάρι, μια χελώνα, με εμάς στις πλάτες, στο αίμα του, στο αίμα μας. Απλός ερμηνευτής; Γέλιο για το γέλιο; Κομπερ; Κάτι παραπάνω; Βιοπάλη, ελπίδα, αγωνία... για ένα καλύτερο κόσμο. Σύμβολο;

Ευτυχώς, όχι;








Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Αλησμόνητη

Σωτηρία Μπέλλου

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Νίκος Κακλαμάνακης - Υπέρβαση

Και εκεί που ξεθωριάζω, χάνω το φως, την ελπίδα, το «Δον Κιχώτη», τη μειλίχια πλευρά, το όνειρο... που δίνει  τη θέση... στην οργή, στα νεύρα, την κριτική, τη μόνιμη, αδίστακτη κριτική. Εκεί που η απαξίωση γίνεται μόδα. Τα χάλια μας δεν τα βλέπουμε; 

Εκεί, εκεί που γίνομαι ανέραστος, που χρησιμοποιώ τις λέξεις σα να μου ανήκουν, εκεί που χαμογελώ και μέσα μου βράζω. Εκεί που με λένε γλυκό, κοινωνικό, χαρισματικό αλλά βράζω όχι για το δρόμο μου... αλλά και για όσα συμβαίνουν γύρω μου.  Ένα φίδι, μια τρύπα. Ποιος; Κοινωνία ώρα μηδέν. Δήμοι Ελλάδος ώρα μηδέν. Φράγκα ώρα μηδέν. Έμπνευση... ώρα μηδέν; Αναπάντητες. Battery low. Ψάχνουμε το κουμπί για reset, πού; Κουβέντες θυμωμένες, άδικες, οξύθυμες, οι άλλοι, οι άλλοι, οι άλλοι, εμείς; Ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι; Ύφος gourmet. Πότε θα ποιήσουμε... μαζί; Πότε θα κυβερνήσουν οι ποιητές; Αυτοί που τακτοποιούν ένα ράφι με αγάπη, αυτοί που έγιναν οικονομολόγοι από μεράκι. Αυτοί που ξενιτεύτηκαν, που τους αρέσει να μοιράζονται, να επικοινωνούν, να εμπνέουν, χωρίς μου. Ο Δήμος μου, το αυτοκίνητο μου, το παιδί μου, το γατί μου, το νιαούρισμα μου...   Μου, μου, μου, αγελαδιάσαμε. Αγελάδες κτητικές σε λιβάδια πλάνης. Αδιέξοδα, γεμάτα ΤΕΒΕ. 

Ας συζητήσουμε επιτέλους, ας «ζητήσουμε κάτι μαζί», όχι άλλα «δικαστήρια του διπλανού», τραπέζια γιορτινά, με συγγενείς... «ασύγγενεις»,  που αντί να γιορτάζεις, αναζητάς την αδικία, τη βλακεία, στο διπλανό, στον αόρατο, συζητήσεις γενικές, ανειδίκευτες. Γιατί τέτοια μετατόπιση, μετάγγιση, μετακόμιση ανοησίας, ευθύνης; Γιατί ενώ τρώω το γλυκό... θέλω να πάρει τις θερμίδες, ο διπλανός; Πόσα κουμπιά παντελονιού πρέπει να σπάσουν για να πω, «ράφτο το μοτεράκι, εγώ φταίω».

Συζητήσεις, σκέψεις, ροή, μασαμπουκώματα, μελομακάρονα, βλέμματα χαμένα, κουτοπόνηρα άλλοτε ευφυή, μοιάζουν με πυροτέχνημα. Συζητάμε, τηλεοράσεις ανοιχτές, παράθυρα, δελτία, σταχτοδοχεία, ΕΝΦΙΑ, λογαριασμοί, pin, tablet, δωρεάν χρόνος ομιλίας. 1500 λεπτά κατανόησης... Πού; Που και που... κανά χαμόγελο. Άνθρωποι ποιούν, χαμογελούν πηγαία, αστεία, μικροί αριστοφάνηδες, ζορμπάδες, έρχονται, φεύγουν και ξανά μιζέρια, στόχοι... άστοχοι, αυτοεκτίμηση κάτω από τη βάση, σιωπή, κεφάλια σκυμμένα, ελπίδα; Πείσμα; Χαρά; 

Κι ας μη καπνίζω, ένας καπνός, αόρατος, πυκνός, αγέλαστος, γκρι, μοβ, λιλά, πράσινο, μαύρο, νέφος, εξαερισμός μηδέν,  σκοτάδι.  Και εκεί... αναζητάς το φως, μια χαραμάδα τρυφερότητας, σημασία, αποδοχή, ένα χέρι, χερούλι, ένα βλέμμα. 

Ξαφνικά - ξάφνου! - η οργή, μετατοπίζεται, δίνει τη θέση... στη ντροπή. Μια ντροπή γλυκιά, όμορφη, παιδική, αθώα, βουρκώνεις, ίσως βουρκώνεις αλλά δεν το δείχνεις, ένα αεράκι χαμογελαστό, ένα χάδι αέρινο, σε ξυπνά, αφυπνίζει, εσένα, τον καλό σου εαυτό, τον ποιητή. Γαλήνη, πίστη κι ένας λεβέντης, το παιδί της θάλασσας με ένα πανί, όραμα και πείσμα όσο χίλιοι καλοί άνθρωποι. Καλπάζει προς το άπειρο και τα εμπόδια...  τoν πεισμώνουν, τα κοιτά... και χαμογελά. Είναι έτοιμος για τη μάχη του καλού. Ποιος; Ο Νίκος Κακλαμανάκης πήρε τη σανίδα του και πραγματοποίησε το διάπλου του Αιγαίου, όχι μια φορά, δυο. Τη πρώτη μέχρι την Κρήτη, τη δεύτερη μέχρι την Κάρπαθο, αν δεν κάνω λάθος. Αυτός, τα κύματα, ένας Έλληνας αρχαίος, στο σήμερα. Ένα παιδί με ψυχή αθάνατη, ανήμερα της γιορτής της Αθανασίας/Αθανάσιου, τον ευχαριστώ και εγώ. Τον ευχαριστώ για όσα έχει προσφέρει και ελπίζω να προσφέρει κι άλλα, τόσα... όσα δεν φαντάζεται κι ο ίδιος. Έχουμε ανάγκη την καλοσύνη, την κατανόηση, την υπέρβαση. Έχουμε ανάγκη από πρότυπα. Να είναι καλά, να συνεχίζει να περιοδεύει στα σχολεία, να μιλάει στα παιδιά, να μεταλαμπαδεύει μηνύματα ζωής, αισιοδοξίας, υπέρβασης. Ώρα για έμπνευση, ώρα να  πράξουμε καζαντζακικά, «Φτάσε εκεί που δεν μπορείς». Ο καθένας με τη δικιά του σανίδια, στη δική του θάλασσα, στα δικά του κύματα. Ούτε χρόνος για μεμψιμοιρία, μόνο δράση... Νίκο, σ' ευχαριστούμε!





Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Λείπεις...


Από την ταινία
  Ένας νομοταγής πολίτης του Κώστα Μουρσελά 
(1974)

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016