Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Μπάρμπα Γιάννης Γουλές

«Μπάρμπα Γιάννης Γουλές»
1909-2005
Αστακιώτης λαογράφος, βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών

Παππού, μου ζήτησαν να γράψω ένα κείμενο στην τοπική εφημερίδα, για ’σένα, για τον αείμνηστο «Μπάρμπα Γιάννη Γουλέ». Δε θα σε αγιοποιήσω. Βαριέμαι τη σοβαροφάνεια όπως και ’συ.
Η αλήθεια είναι ότι μου λείπεις. Ήθελα να γνωριστούμε κι άλλο. Θυμάσαι που μιλούσαμε μεταμεσονύχτιες ώρες; Ωραία μιλούσες, αν και δε σταμάταγες ποτέ. Πολλές φορές ξεχνούσα τι έλεγες. Η φωνή σου, μου χάιδευε τα αυτιά.
Θυμάμαι - ακριβώς - το ηχόχρωμα της φωνής σου. Τα καλοκαίρια, σε μιμούμαι στους γείτονες - στη συνοικία Χοβολιό - και γελάμε καλοπροαίρετα.
Θυμάμαι τη σόμπα που μας ζέσταινε, εσύ; Το μπορντό, μεταλλικό βαρέλι στην οροφή του σπιτιού, απ’ το οποίο λουζόμασταν μετά το μπάνιο στη θάλασσα. Ο πατέρας - τότε - έκανε θαλάσσιο σκι στη και τον χάζευα από την αυλή. Αμέτρητες αναμνήσεις. Παππού, γέμισες τις αναμνήσεις, τα βιωματά μου, με όμορφα χρώματα, θετικά συναισθήματα, χαρά, αγάπη για ’μας και τον τόπο.
«Μπάρμπα Γιάννη», η γενιά σου είναι πιο δυνατή από τη δικιά μας. Πολεμήσατε, αγωνιστήκατε, παλέψατε. Δε σας χαρίστηκε τίποτα.
Παππού, ισχύει ότι οι άνθρωποι δεν είναι καλοί ή κακοί; Τι εννοώ; Είναι και καλοί και κακοί. Πότε το ένα, πότε το άλλο ή και τα δυο μαζί. Ανάλογα με την περίσταση, τα κέφια, πώς κοιμηθήκαμε, με τι έχουμε να κάνουμε, με ποιόν, με τα γονιδιά μας, με, με... Έτσι δεν είναι;
«Μπάρμπα Γιάννη», δεν ήσουν εύκολος άνθρωπος. Το ξέρεις; Ισχυρογνώμων! Δεν άκουγες, ήθελες κυρίως να μιλάς. Και όταν δεν μιλούσες, έγραφες. Επίσης δεν κουτσομπόλευες. Έκανες κριτική εν τω βάθει. Ανέλυες τον άνθρωπο, τη φύση του, τους μηχανισμούς, τις αδυναμίες του. Ήξερες να συγχωρείς.
Μιλούσες κυρίως για ιστορία, ιστορικά γεγονότα. Εμμονή η επανάσταση του 1821. Κόλλημα! Μεγάλος έρωτας σου, η λαογραφία, το γράψιμο, η καταγραφή. Έτρεχες παντού και συγκέντρωνες: λαϊκές παροιμίες, γνωμικά, μοιρολόγια, λέξεις αιτωλοακαρνάνικες, τεκμηρίωνες.
Ακόμα θα μιλάς για τον άγνωστο ήρωα Βαρνακιώτη, τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, το στρατηγό Μακρυγιάννη. Άραγε, ποιός σ’ ακούει εκεί πάνω; Παππού, ο κόσμος δε διαβάζει ιστορία. Με τι ασχολείται; Ιερόδουλες, παρουσιάστριες με βυζοχωρίστρες, μεσημεράδικα. Μη μουτρώνεις, σε βλέπω.
Μπακάλης, τεχνίτης δρόμων ή λαογράφος; Το σίγουρο είναι ένα, ήσουν αυτοδημιούργητος. Είχες και ελαττώματα. Εμμονή στις απόψεις σου όταν συζητούσες, έτρωγες συνεχώς - «μοτεράκι» - κι ήσουν τσιγκούνης. Αποταμίευες, αλλά έπρεπε να τα χαρείς εσύ, όχι οι απόγονοί σου.
Κυριότερο προτέρημα σου; Είχες, αυτό που δεν έχουν οι κυβερνώντες μας σήμερα, προσωπικότητα. Φαινόταν όταν μιλούσες, περπάταγες, ακόμα και στο τρόπο που κρατούσες τη μαγκούρα ή το στυλό. Επίσης ήσουν μάγκας, ομορφάνδρας και γοητευτικός! Γιατί να το κρύψομεν, άλλωστε;
Όπως πολλοί, μπάρμπα Γιάννη, έμαθες γράμματα μόνος σου. Ορφανός από βρέφος. Αγάπησες τη γλώσσα, τις λέξεις. Έγιναν η ζωή σου. Στο δρόμο αυτό, οδήγησες και τα παιδιά σου, αφού θεώρησες τη μόρφωση, την καλύτερη επένδυση γι’ αυτά.
Παππού - τώρα που το σκέφτομαι - ήσουν γεννημένος γι’ αυτό που έγινες, λαογράφος. Να γράφεις, να καταγράφεις, να συλλέγεις, να διαβάζεις. Αυτό ήθελες, και αυτό έκανες. Το έκανες με ψυχή, έρωτα, δινόσουν ολοκληρωτικά. Έγραφες κάθε μέρα, πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Χιλιάδες σελίδες, εκατομμύρια λέξεις. Μελάνι ενα σωρό. Τα χέρια σου τρέμανε, 96 ετών, ο Χάρος παραμόνευε στη γωνία, και ’συ (τον) έγραφες.
Σε τίμησε η Ακαδημία Αθηνών, για τα λαογραφικά σου κείμενα με σύνταξη σαν αυτή που έπαιρνε ο Καβάφης. Και ’γω παππού, τα βραβεία κοιτάω, όχι την ουσία.
Η ουσία είναι ότι μια ζωή έγραφες για το νομό μας, τα ήθη, τα έθιμα, μύθους, τις αιτωλοακαρνάνικες ρίζες. «Ο άνθρωπος είναι δέντρο. Όσο ψηλά και αν φτάσει δεν πρέπει να ξεχνά τις ρίζες του, την καταγωγή του» έλεγες. Πολλοί συμπατριώτες μας δεν αναφέρουν την καταγωγή τους. Δεν πατάνε καν στον τόπο που μεγάλωσαν. Πάνε αλλού, Μύκονο μεριά, Αγκίστρι. Είδα μερικούς στις δημοτικές εκλογές. Ίσως το «τσάμπα» πούλμαν ήταν κίνητρο γι’ αυτούς.
Το σπίτι είναι όπως το άφησες. Λεφτά έχω αλλά δεν το ανακαινίζω. Το τσιμέντο είναι σαν την Τρόικα, ψυχρό. Ζεστό σπίτι με κρύα καρδιά πάει;
Πολλοί λένε ότι ήσουν ωραίος άνδρας, ψηλός με όμορφα χαρακτηριστικά. Ελπίζω - στον παράδεισο - να είσαι φρόνιμος. Η γιαγιά τι κάνει; Όποτε θέλετε περάστε να με σκεπάσετε. Στο κρεβάτι σου κοιμάμαι, στην κουζίνα. Παππού, σε σκέφτομαι...και όταν δε σε σκέφτομαι, σ’ έχω μέσα μου, DNA λέγεται. Καλή αντάμωση.
Ο εγγονός σου,
Γιάννης Δ. Γουλές junior
Χημικός - Σατιρικός συγγραφέας


1 σχόλιο:

ΑΡΗΣ ΜΠΙΤΣΩΡΗΣ είπε...

Αγαπητέ Γιάννη, γνώρισα τον παππού σου λίγα χρόνια πριν πεθάνει. Μιλήσαμε δύο ή τρεις φορές, δώσαμε ένα αόριστο ραντεβού αλλά δεν τον ξαναείδα. Αφήσαμε πολλές εκκρεμότητες, σχέδια που δυστυχώς δεν πραγματοποιήθηκαν. Έχοντας το ίδιο μεράκι με εκείνον, το ίδιο ¨ψώνιο¨ για την Τοπική Ιστορία κι ενώ βρισκόμουν στις πρώτες αναζητήσεις μου, τον παππού σου τον είδα σα Δάσκαλό μου.
Όπως μου είχε πει, είχε πολλά στοιχεία για διάφορα χωριά του Ξηρομέρου και για τη Μπαμπίνη, το χωριό μου. Όλα αυτά που άφησε υπάρχουν; Τα βρήκες; Σκοπεύεις να τα αναδείξεις; Όπως αντιλαμβάνεσαι δεν πρέπει με κανένα τρόπο να χαθούν.
Άλλωστε ούτε ο ίδιος το θέλει και είμαι σίγουρος κάποιο βράδυ που θα έρθει να σε σκεπάσει τα ίδια λόγια θα σου ψιθυρίσει στο αυτί.

Με συγχωρείς για τον ενικό
Άρης Μπιτσώρης
6938552382