Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2007

...ακόμα καίει..

....Στην πλαγιά βλέπεις αφημένα λουλούδια όπου χάθηκε άνθρωπος – αλλά μόνο σ’ ένα σημείο το χώμα είναι σπαρμένο λευκά κρινάκια: εκεί που χάθηκε η μάνα με τα τέσσερα παιδιά της. Ανάμεσα στα λουλούδια, ένα κορίτσι με μακριά κόκκινα μαλλιά κοιτάζει το χώμα και κλαίει. Η Θεώνη ήταν η καλύτερη φίλη της Ιωάννας, της μεγάλης κόρης της Αθανασίας. Στο κινητό έχει ακόμη τις φωτογραφίες της – «ήθελε να τις σβήσει», μου λέει η μητέρα της. «Ηθελε και να φύγει απ’ το χωριό» - τα παιδιά δεν ξέρουν πως από μερικά πράγματα, όσο μακριά και να πας, δεν μπορείς να ξεφύγεις. Η Ιωάννα περνούσε τα πρωινά του καλοκαιριού στο σπίτι της Θεώνης. «Ξέρετε τι τους άρεσε;», κάνει η μαμά της Θεώνης. «Να κάθονται ώρες και να σχεδιάζουν τι θα γίνουν, τι θα κάνουν όταν θα μεγαλώσουν...».

...μόνο που μερικά πράγματα δεν φτιάχνονται. Αυτό το έμαθε πριν μια εβδομάδα και ο Σπύρος. Ενα παιδί εικοσιπέντε χρόνων, που είναι τώρα στο νοσοκομείο του Πύργου με τα πόδια και τα χέρια του καμένα, αλλά ζωντανός. Ο Σπύρος δούλευε για την οικογένεια της Αθανασίας, της μάνας με τα τέσσερα παιδιά, κι αν βρέθηκε στο βουνό και πέρασε μέσα απ’ τη φωτιά, ήταν γιατί ο πατέρας των παιδιών τον έστειλε μαζί τους, να τα φυλάει. Οταν τους κύκλωσαν οι φλόγες, ο Σπύρος έτρεξε να σωθεί με τη φωτιά δέκα μέτρα πίσω του – και πια αυτό που θα τον κατατρύχει για πάντα, πιο οδυνηρό κι απ’ τα τραύματά του, θα είναι οι φωνές των παιδιών και της μάνας, όπως καιγόντουσαν είκοσι μέτρα μακριά του, όσο εκείνος δεν μπορούσε ούτε να πάει να τους σώσει ούτε να κουνηθεί ούτε καν να κλείσει τα αυτιά του να μην τους ακούει.

Ο μόνος που μπόρεσε να σώσει ο Σπύρος, ήταν ο εαυτός του. Ετρεξε πάνω σ’ αυτό το φλεγόμενο όρος των ελαιών χίλια μέτρα, κι ύστερα, όταν είδε πως πουθενά δεν μπορεί να κρυφτεί, έπεσε στη γη κι άρχισε να τη σκάβει, να κρυφτεί εκεί. Κι έτσι, μισοθαμμένος, έκανε μόνος του το θαύμα που χρειαζόταν: σώθηκε. Το έδαφος του βουνού είναι σκληρό σαν πέτρα, κι η πλαγιά απότομη – στη μηχανή του Σπύρου, που ξέμεινε καμένη στην πλαγιά, οι άνθρωποι που περνούν αφήνουν λουλούδια – γιατί κανείς δεν μπορεί να πιστέψει πώς επιβίωσε ο άνθρωπος που ήταν εκεί.

Ο Σπύρος λέει πως είναι σαν να βλέπει ακόμα τον εαυτό του μέσα στη γούβα, να παραμιλάει «βοήθεια! Θα καώ, βοήθεια!» και να κουνάει πόδια και χέρια, να χωθεί πιο βαθιά στη γη. Οταν πέρασε από πάνω του η φωτιά, ήρθε ο αέρας, που έπαιρνε σύννεφο απ’ τα δέντρα τις πυρωμένες βελόνες και τις κολλούσε επάνω του, στα πόδια του. «Αυτό ήταν το χειρότερο», λέει ο Σπύρος. «Και κράτησε δύο, τρεις ώρες». Οταν τον ρωτάω τι σκεφτόταν όλες αυτές τις ώρες, δεν κάνει ούτε στιγμή παύση. «Γιατί να πεθάνω έτσι;», αυτό σκεφτόμουν. «Γιατί; Ποιον πείραξα για να μου αξίζει αυτό;». Δεν είναι απ’ τα εγκαύματα που ο Σπύρος το βράδυ δεν μπορεί να κοιμηθεί· με το που κλείνει τα μάτια του, μου λέει πως ο εαυτός του τον ξυπνάει για να μην προλάβει κι έρθει ο εφιάλτης, να μη δει ξανά όλα αυτά που είδε εκεί πάνω. Γιατί όταν πια μπόρεσε και σηκώθηκε όρθιος, περπάτησε να βγει στον δρόμο και πέρασε δίπλα απ’ την Αθανασία με τα τέσσερα παιδιά, τα είδε αγκαλιασμένα, μαύρα σαν την πλαγιά. «Κάπως έτσι θα είναι η κόλαση», κάνει και σωπαίνει. «Ή μάλλον, λίγο καλύτερη...». Ο Σπύρος μπορεί και χαμογελάει, κι ας τραβιέται το καμένο του δέρμα σε κάθε χαμόγελο.

1 σχόλιο:

αλκιμήδη είπε...

Καλώς σας βρήκα
Θα θελα να κάνω ένα χαριτωμένο σχόλιο αλλά μέρες που περνάμε είναι κομμάτι δύσκολο